Το Χαλάνδρι βρίσκεται στο βορειοανατολικό τμήμα της Αθήνας και απαριθμεί πάνω από 80.000 κατοίκους, σύμφωνα με την απογραφή του 2010, οι οποίοι ονομάζονται Χαλανδραίοι. Το Χαλάνδρι είναι γνωστό για την αγορά του, τα πολλά εμπορικά καταστήματα και τις επιχειρήσεις στα Σίδερα και τη Λεωφόρο Κηφισίας. Το κέντρο του Χαλανδρίου αποτελείται από πεζοδρόμους και ποδηλατοδρόμους. Τα περισσότερα κτίρια του Χαλανδρίου έχουν οικοδομηθεί από το 1980 και μετά, ενώ οι πρώτοι κάτοικοί του διαμένουν στην περιοχή τουλάχιστον έναν αιώνα. Τα όρια του Χαλανδρίου εκτείνονται από την γνωστή ρεματιά Χαλανδρίου μέχρι και τους πρόποδες του Πεντελικού Όρους. Γύρω από το εμπορικό κέντρο εκτείνονται οι ζώνες: Αγία Βαρβάρα στα δυτικά, Πολύδροσο στα βόρεια, Ανω Χαλάνδρι στα βορειοανατολικά, Πάτημα στα ανατολικά και Κάτω Χαλάνδρι στα νότια. Στο Ανω Χαλάνδρι βρίσκεται η Τούφα, η Φραγκοκκλησιά, η Μεταμόρφωση, ενώ στο Κάτω Χαλάνδρι έχει αναπτυχθεί το Νέο Χαλάνδρι γύρω από το Νομισματοκοπείο. Το Πάτημα εκτείνεται βόρεια, πέραν της Λεωφόρου Αναπαύσεως, προσεγγίζοντας την Πεντέλη, ενώ το Πολύδροσο αναπτύσσεται στα όρια των Δήμων Χαλανδρίου και Αμαρουσίου. Στο Τρίγωνο της Αγίας Βαρβάρας ο επισκέπτης συναντά τον οικισμό Σίδερα, έναν από τους παλαιοτέρους οικισμούς του Χαλανδρίου όπου διασώζονται μικρές ιστορικές κατοικίες. Στο έμβλημα του Δήμου Χαλανδρίου διακρίνεται η πλατεία του Αγίου Νικολάου, παραδοσιακό κέντρο του χωριού των Χαλανδραίων. Η χρονολογία 1944 είναι το έτος που αναγνωρίζεται επίσημα το Χαλάνδρι ως δήμος.Η Ιστορία του Χαλανδρίου

Το Χαλάνδρι στην αρχαιότητα αποτελούσε τον αττικό Δήμο Φλύας
που τοποθετείτο στη μεσόγαια χώρα, σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του
Κλεισθένους. Σήμερα συνιστά εύρωστη και όμορφη πόλη στη βορειοανατολική ζώνη
των Αθηνών. Ο κύριος όγκος των κτιρίων έχει οικοδομηθεί τα τελευταία 30 χρόνια,
αν και Αθηναίοι διαμένουν στο Χαλάνδρι τουλάχιστον έναν αιώνα. Τα διοικητικά
όρια του σύγχρονου δήμου εκτείνονται από την ομώνυμη ρεματιά μέχρι και τους
πρόποδες του πεντελικού όρους.
Ο Ησύχιος αναφέρεται στην ονομασία "Φλύα" που
προέρχεται από το ρήμα "φλεί" και το οποίο σημαίνει
"ευκαρπεί", καθώς η γη των Χαλανδραίων είναι πλούσια σε βλάστηση. Η
μετονομασία σε Χαλάνδρι προέρχεται από τον Τούρκο μεγαλογαιοκτήμονα Χαλά, στον
οποίο ανήκαν μεγάλες εκτάσεις γης κατά την τουρκοκρατία.
Στο έμβλημα του δήμου διακρίνεται η πλατεία Αγίου Νικολάου
που αποτελεί το παραδοσιακό κέντρο του χωριού των Χαλανδραίων και η χρονολογία
1944 οπότε και αναγνωρίζεται πλέον το Χαλάνδρι ως δήμος. Σε επίσημες εκδηλώσεις
εμφανίζεται το εναλλακτικό έμβλημα του δήμου υπό την ονομασία "Δήμος
Φλυέων" με την προτομή του Ευριπίδη.
Ο δήμος Φλύας πρωτοκατοικείται κατά την Προϊστορική ή την
Πρωτοιστορική Περίοδο και εκτείνεται στην ευρύτερη περιοχή από το Ψυχικό και τη
Φιλοθέη, έως τα Βριλήσσια και την Αγία Παρασκευή, δηλαδή ολόκληρη την έκταση
που περικλείεται από Τουρκοβούνια, Πεντέλη και Υμηττό. Η περιοχή παρουσιάζει
ενδείξεις εποικισμού κατά την περίοδο της Χαλκοκρατίας (2.600-2.000 π.Χ.) και
την Υστεροελλαδική εποχή (1.550-1.100 π.Χ.).
Στους κλασικούς χρόνους εμφανίζεται ως τόπος καταγωγής
πολλών επιφανών πολιτών της εποχής, όπως ο Ευριπίδης και ο Θεμιστοκλής, ενώ
κατά τους Ρωμαϊκούς και Πρωτοχριστιανικούς χρόνους λεηλατείται και ερημώνεται.
Στα έτη του σύχρονου ελληνικού κράτους εμφανίζεται στη
διοικητική αρμοδιότητα των Αθηνών. Το 1910 τίθεται σε εφαρμογή το πρώτο σχέδιο
πόλεως και το 1925 αποσπάται από το δήμο των Αθηναίων και αναγνωρίζεται ως
αυτόνομη κοινότητα της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής. Ένα χρόνο αργότερα
ιδρύεται ο οικοδομικός συνεταιρισμός "Εταιρία Αγροπόλεων" που
οικοδομεί μια μικρή έκταση που πρόσκειται στον Υμηττό και αποσπάται ως αυτόνομη
Κοινότητα Χολαργού. Το 1929, αποσπάται και το βορειοανατολικό άκρο του
Χαλανδρίου υπό την ονομασία Αγία Παρασκευή, λίγους μήνες αργότερα όμως την
ξαναεσωκλείει στα διοικητικά του όρια και τη διατηρεί μέχρι το 1931 οπότε και
αναγνωρίζεται η τελαυταία ως πρωτεύουσα της ανατολικής Νομαρχίας. Με τη
βελτίωση του ρυμοτομικού σχεδίου το Χαλάνδρι γίνεται παραθεριστικό θέρετρο των
Αθηνών, ενώ κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή αφομοιώνεται ένα μεγάλο μέρος των
προσφύγων.
Το 1940 με τη γερμανική κατοχή το Χαλάνδρι βυθίζεται σε
τέλμα, έως και το 1944, χρονολογία η οποία σηματοδοτεί τη νέα εποχή του
Χαλανδρίου ως αυτόνομου Δήμου της Αττικής. Στις βορειοανατολικές εκτάσεις του
Δήμου, στο "πάτημα" του βουνού κατοικούν αγρότες και κτηνοτρόφοι που
εκμεταλλεύονται τις γεωργικές εκτάσεις έως και το 1949, έτος κατά το οποίο
κατορθώνουν να αποσπαστούν ως ανεξάρτητη Κοινότητα Βριλησσίων. Ο Δήμος
καταφέρνει να κρατήσει μια οικιστική λωρίδα μέχρι τους πρόποδες του βουνού. Το
χωριό συνδέεται με την πρωτεύουσα μέσω του σιδηροδρομικού δικτύου που κινείται
κατά μήκος της Λεωφόρου Παλαιολόγου, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται χώρος πρασίνου
της Αγίας Άννας. Στα τέλη του '50 το σιδηροδρομικό δίκτυο ξηλώνεται και η πρόσβαση
είναι εφικτή μέσω της Λεωφόρου Αποστολοπούλου, ενώ αργότερα κύριες οδικές
αρτηρίες ορίζονται οι Λεωφόροι Κηφισίας και Μεσογείων. Ο Δήμος κάνει τον κύκλο
του ώσπου εντάσσεται πλέον ξανά στο Αθηναϊκό Πολεοδομικό Συγκρότημα. Στα χρόνια
που ακολουθούν, η περιοχή καθίσται ιδιαιτέρως προσφιλής για τους κατοίκους του
λεκανοπεδίου που αναζητούν ένα καλύτερο επίπεδο διαβίωσης απ'ότι στο ασφυκτικό
τότε "κλινόν άστυ". Λόγω της μεγάλης έκτασης του Δήμου, της αργής και
σταδιακής ένταξης των εκτάσεών του στο σχέδιο πόλεως και του δυσπρόσιτου
οικονομικά χαρακτήρα του, το Χαλάνδρι συνεχίζει να οικοδομείται έως και σήμερα.
Στη σύγχρονη ιστορία της πόλης των Χαλανδραίων έχει πλέον
διαμορφωθεί ένας ιδιαιτέρως εύρωστος Δήμος που κατορθώνει να συνδυάσει την
εμπορική του δύναμη με την κάλυψη των οικιστικών αναγκών αλλά και την εργασιακή
εξυπηρέτηση στελεχιακού δυναμικού και μικροεμπόρων. Ολόκληρη η ζώνη της
Κηφισίας καλύπτεται από υψηλής αισθητικής Επαγγελματικές Στέγες παντός
αντικειμένου, μεγάλες εκτάσεις του Δήμου καλύπτονται από κλινικές, δημόσιες και
ιδιωτικές, ενώ σε ολόκληρη την είσοδο
της πόλης (Λεωφόρος Εθνικής Αντιστάσεως) οικοδομούνται πολλές από τις πρεσβείες
της χώρας. Ο εμπορικός πεζόδρομος της πόλης καθίσταται μαζί με την Κηφισιά,
ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς της ευρύτερης περιοχής και όχι μόνο,
ενώ το 2007 αποφασίζεται η μετεστέγαση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών
σε έκταση του Δήμου.
Στα νεότερα χρόνια της ιστορίας του Χαλανδρίου διατελλούν
Δήμαρχοι ο Σπύρος Θεοδοσίου, Μανώλης Καρελλάς, Τριαντάφυλλος Σπυρόπουλος,
Παναγιώτης Μανιάτης, Στέλιος Χριστονάκης, Αλκιβιάδης Τζαμτζής, Νίκος Πέρκιζας,
Κώστας Παττακός και Γρηγόρης Ζαφειρόπουλος.
ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΌΣ ΧΑΛΑΝΔΡΊΟΥ: ΜΊΑ ΜΑΤΙΆ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΟΥ
Τα χρόνια που ακολουθούν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ιδιαίτερα η μεταπολεμική περίοδος αποτελούν για την πρωτεύουσα και για την Αττική γενικότερα περίοδο δημογραφικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αστικού χώρου. Το Χαλάνδρι δέχεται συνεχώς νέους κατοίκους και η φυσιογνωμία του αλλάζει. Η γη κατατεμαχίζεται και οικοδομείται, ενώ η περιοχή μεταβάλλεται σταδιακά από αυτόνομο αγροτικό οικισμό σε προάστιο και συνοικία της Αθήνας.
Στις πρώτες, όμως, δεκαετίες του 20ού αιώνα το Χαλάνδρι ήταν μία μικρή κοινότητα με περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Ο χαρακτήρας της περιοχής ήταν κυρίως αγροτικός και οι κατοικίες ήταν διάσπαρτες στις καλλιεργημένες εκτάσεις που πλαισίωναν την κυρίως κατοικημένη ζώνη, η οποία σχεδόν ταυτίζεται με το σημερινό του κέντρο. Το 1920 είχε 1.897 κατοίκους, ενώ μετά την έλευση και την εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία έφτασε, το 1928, τους 6.882 κατοίκους.
«Μετά την Καταστροφή περάσαμε από άλλα μέρη Χίο, Σάμο και το ’23 κατασταλάξαμε στο Χαλάνδρι. Στο Χαλάνδρι βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Είχαν έρθει από τον πρώτο διωγμό του ’14. […] Μαζευτήκαμε όμως πολλοί, τα τρόφιμα δεν έφταναν και έδιδαν πολύ λίγα. Τότε σκεφτήκαμε να κάμομε σωματείο. Το σωματείο μας το λέγαμε «Παράρτημα Μικρασιατικού Κέντρου». Το Μικρασιατικό Κέντρο ήταν κάτω στην Αθήνα. Από κει μας έδωσαν σανίδες και κάμαμε καρέκλες».
Στην ακατοίκητη περιοχή με τους ελαιώνες και τα χωράφια που απλωνόταν προς τη λεωφόρο Κηφισίας δημιουργήθηκαν δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Στον πρώτο κατοικούσαν το 1926-1927 140-150 οικογένειες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Είχαν εγκατασταθεί σε ξύλινα παραπήγματα και σκηνές δίπλα στο σταθμό του τραίνου που συνέδεε την Αθήνα με το Λαύριο. Στις μαρτυρίες που έχουν διασωθεί οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι πρόσφυγες έζησαν μέσα στα νερά και τις λάσπες χωρίς στοιχειώδεις παροχές και κανόνες υγιεινής περίπου για μια δεκαετία.
Στη δεκαετία του 1930 απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις γης γύρω από τις όχθες της ρεματιάς και κτίστηκαν (1934-1936) 62 πέτρινα σπίτια με δύο δωμάτια το καθένα. Εκεί εγκαταστάθηκαν το 1936 70-80 οικογένειες προσφύγων, ενώ πολλοί εξακολουθούσαν να κατοικούν στις παράγκες του πρώτου συνοικισμού. Ο νέος συνοικισμός πήρε το όνομα της περιοχής που ήταν «Τζανεριές», αν και η τότε επίσημη ονομασία του ήταν «Προσφυγικός συνοικισμός της 4ηςΑυγούστου».
Οι συνθήκες ζωής ήταν ιδιαίτερα δύσκολες καθώς έλειπαν στοιχειώδεις ανέσεις. Η ύδρευση των κατοίκων γινόταν από ένα κοινοτικό πηγάδι, ενώ η σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 50. Το χειμώνα η ρεματιά πλημμύριζε συχνά και οι γύρω δρόμοι γίνονταν αδιάβατοι. Το 1957 στεγάστηκαν ακόμη 37 οικογένειες σε κατοικίες που κατασκευάστηκαν με την επίβλεψη του κράτους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πρόσφυγες κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους. Ίδρυσαν δικό τους σύλλογο και αθλητικές ομάδες. Κέντρα διασκέδασης και καφενεία δεν υπήρχαν, μόνο ένα μικρό μπακάλικο για να προμηθεύονται τα απαραίτητα. Παρόλες όμως τις δυσκολίες και την οικονομική ανέχεια ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες μεταξύ τους η συνοχή και η αλληλεγγύη καθώς διαμόρφωσαν μία κοινωνική ομάδα με κοινά κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Βενιζελικοί αρχικά, στρατεύθηκαν αργότερα στις γραμμές του ΕΑΜ και δημιούργησαν μικρούς οργανωμένους πυρήνες της Αριστεράς στις δεκαετίες που ακολούθησαν.
Η καθημερινότητά τους συντηρούσε στοιχεία από το ιδιαίτερο παρελθόν και την πολιτισμική τους παράδοση. Πολλοί μιλούν ακόμη για τα γλέντια τους που κρατούσαν δυο-τρεις μέρες και γίνονταν στους δρόμους με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων του Συνοικισμού. Πολλοί από τους πρόσφυγες είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική και ήταν ερασιτέχνες οργανοπαίκτες.
Οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες ήταν στο σύνολό τους χειρωνακτικές. Εργάζονταν ως καλλιεργητές στα κτήματα των παλαιότερων Χαλανδραίων, εργάτες, οικοδόμοι, λατόμοι στην Πεντέλη, φρεατωρύχοι, ποιμένες ή σφαγείς. Ορισμένοι κατάφεραν να ασχοληθούν με τεχνικά-βιοτεχνικά επαγγέλματα και να αποκτήσουν σιγά-σιγά δικά τους εργαστήρια και καταστήματα. Οι γυναίκες των προσφύγων ήταν ασπρορουχούδες, καπελούδες, κεντήστρες και έκαναν μεροκάματα σε διάφορα σπίτια του Χαλανδρίου.
Έτσι έζησαν σε ένα χώρο οριοθετημένο από το υπόλοιπο Χαλάνδρι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 50, οπότε ο Συνοικισμός έπαψε να είναι αμιγής προσφυγική περιοχή. Για αρκετά χρόνια όμως ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «γηγενείς» και τους «πρόσφυγες», τους «ντόπιους» και τους «ξένους» δημιουργούσε προβλήματα και συγκρούσεις, όπως άλλωστε συνέβη σε αρκετές περιοχές που εγκαταστάθηκαν προσφυγικοί πληθυσμοί.
Η συνεχής εισροή κατοίκων και η οικοδόμηση του Χαλανδρίου έχει αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της προσφυγικής περιοχής και έχει αφήσει ελάχιστα ίχνη του παρελθόντος στο χώρο. Οι γραπτές μαρτυρίες και οι πηγές που διασώζονται είναι ελάχιστες. Η πρώτη γενιά των προσφύγων έχει πια χαθεί. Οι αναμνήσεις των νεότερων συμπληρώνουν κάποια από τα κενά και αποδίδουν κάπως το κλίμα της εποχής. Η διάσωσή τους δεν μπορεί να έχει σήμερα ως αυτοσκοπό τη συντήρηση της μικρασιατικής μνήμης, μπορεί όμως να αποτελέσει μια απόπειρα για τη γνώση του παρελθόντος και πολύ περισσότερο να συμβάλει στην κατανόηση του προσφυγικού κόσμου και των δικών του ιδιαιτεροτήτων.
Ευδοκία Ολυμπίτου stasi.gr
ΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ
Το Χαλάνδρι το βρήκε ο 20ος αιώνας σε μια σχετικά περιθωριακή και αδύναμη κατάσταση, με λίγο πληθυσμό και φτωχή οικονομική δραστηριότητα. Ωστόσο δεν έπαυε να έχει μακρά ιστορική διαδρομή και να αποτελεί προάστιο της Αθήνας, καθώς αποτελούσε και κομβικό κυκλοφοριακό πέρασμα για τις μετακινήσεις από και προς το κέντρο της πόλης. Μέχρι το 1925, ανήκε διοικητικά στην Αθήνα. Επί δημαρχίας Σπύρου Μερκούρη, πάρεδρος στο Χαλάνδρι ήταν ο Χρήστος Κατσουλιέρης. Την περίοδο αυτή ξεκινά και η πρώτη οργανωμένη εκπαιδευτική προσπάθεια με τη δημιουργία δυο δημοτικών σχολείων-Αρρένων και Θηλέων-στη συμβολή των σημερινών οδών Παπανικολή και Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1909 τίθεται για πρώτη φορά σε εφαρμογή το σχέδιο πόλης και διαμορφώνεται σε βασικό άξονα η Κηφισίας, ενώ ως τότε ήταν η σημερινή οδός Αποστολοπούλου. Εμφανίζεται έντονα βιοτεχνική και εμπορική δραστηριότητα, χωρίς όμως να εκτοπίσουν την γεωργική οικονομία, που ακόμη παρέμενε βασική. Το 1910 με ιδιωτική χρηματοδότηση χτίζονται στην κεντρική πλατεία, κάτω από τον Άγιο Νικόλαο και στη θέση που βρίσκεται σήμερα το Ηρώο, τέσσερις μεγάλοι θάλαμοι για λογαριασμό της Γεωργικής και Μελισσοκομικής Σχολής.
Με την βελτίωση του οδικού άξονα, το Χαλάνδρι αποκτά και την ιδιότητα του θερέτρου, της εξοχής για τους Αθηναίους. Πληθαίνουν τα καφενεία και οι εξοχικές ταβέρνες και ονόματα όπως ο Αδάμ, ο Γκίνης, το Μποέμ, το Ηραίο, η Ήβη, η Ρέμβη, η Φαρίντα γίνονται γνωστά σε όλη την Αθήνα.
Η Μικρασιατική καταστροφή στέλνει αρκετούς πρόσφυγες στο Χαλάνδρι, που αφομοιώνονται άμεσα και προσφέρουν με την κουλτούρα και την εργατικότητά τους, νέα δυναμική στην εξέλιξη του Χαλανδρίου.
Το 1925 το Χαλάνδρι αποκτά τη διοικητική του αυτονομία και γίνεται κοινότητα.
Από τις εκλογές συγκροτείται 9μελές Κοινοτικό Συμβούλιο, το οποίο εκλέγει Πρόεδρο Κοινότητας τον Χρήστο Περίχαρο. Μέλη αυτού του πρώτου κοινοτικού συμβουλίου ήταν οι:
Σπύρος Θεοδοσίου, Σπύρος Τρικαλιώτης, Παναγιώτης Καραλής, Χαϊμαντάς, Χαράλαμπος Κοκκόλας, Κωνσταντίνς Γκικάκης, Μάρκος Αρβανίτης και Γεώργιος Ρουμπέσης.
Την περίοδο 1925-1940 το Χαλάνδρι αποκτά μια στοιχειώδη διοικητική οργάνωση και διενεργούνται κάποια βασικά έργα υποδομής, όπως διάνοιξη δρόμων, απαλλοτρίωση χώρων, υποτυπώδης ηλεκτρισμός και έργα ύδρευσης.
Στις αρχές του 1940, το Χαλάνδρι βυθίζεται όπως και όλη η Ελλάδα στη γερμανική κατοχή και αποσαθρώνεται διοικητικά και οικονομικά. Τα θύματα από πείνα και εκτελέσεις συνθέτουν το τοπίο (Μάνος και Βλαβιανός εκτελέστηκαν από του Γερμανούς σε μαζικό απαγχονισμό και ετάφησαν στον Τύμβο που βρίσκεται στο Πικέρμι).
Στα πλαίσια της ρευστής αυτής περιόδου, στα τέλη του 1944, το Χαλάνδρι ανακηρύσσεται Δήμος, αλλά μόλις στις αρχές του 1945 γίνεται πραγματικότητα.
Οι επόμενες δεκαετίες που ακολουθούν ως σήμερα, έχουν ως κοινά χαρακτηριστικά τη ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση, τη γρήγορη και ως ένα βαθμό ανεξέλεγκτη δόμηση, την κοινωνική αλλοίωση αλλά και τη δημιουργία ενός εύρωστου εμπορικού και επιχειρηματικού κέντρου.

Οι επιχειρήσεις στο Χαλάνδρι
Το Χαλάνδρι συνδυάζει την εμπορική του δύναμη με την κάλυψη των οικιστικών αναγκών, αλλά και την εργασιακή εξυπηρέτηση στελεχιακού δυναμικού και μικροεμπόρων. Ολόκληρη η ζώνη της Κηφισίας καλύπτεται από επαγγελματικά ακίνητα, κλινικές, δημόσιες και ιδιωτικές, ενώ σε ολόκληρη την είσοδο της πόλης (Λεωφόρος Εθνικής Αντιστάσεως) οικοδομούνται πολλές από τις πρεσβείες της χώρας. Ο εμπορικός πεζόδρομος του Χαλανδρίου καθίσταται ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για ρούχα, παπούτσια και γενικώς ψώνια, τόσο για γυναίκες, όσο και για άνδρες. Η αγορά του Χαλανδρίου θεωρείται η σημαντικότερη στα βορειοανατολικά προάστεια.

πηγή : http://www.halandri.gr/
Επίσης :
για το Χαλάνδρι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
στον ιστότοπο :
Τα χρόνια που ακολουθούν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και ιδιαίτερα η μεταπολεμική περίοδος αποτελούν για την πρωτεύουσα και για την Αττική γενικότερα περίοδο δημογραφικής ανάπτυξης και διαμόρφωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του αστικού χώρου. Το Χαλάνδρι δέχεται συνεχώς νέους κατοίκους και η φυσιογνωμία του αλλάζει. Η γη κατατεμαχίζεται και οικοδομείται, ενώ η περιοχή μεταβάλλεται σταδιακά από αυτόνομο αγροτικό οικισμό σε προάστιο και συνοικία της Αθήνας.
Στις πρώτες, όμως, δεκαετίες του 20ού αιώνα το Χαλάνδρι ήταν μία μικρή κοινότητα με περιορισμένο αριθμό κατοίκων. Ο χαρακτήρας της περιοχής ήταν κυρίως αγροτικός και οι κατοικίες ήταν διάσπαρτες στις καλλιεργημένες εκτάσεις που πλαισίωναν την κυρίως κατοικημένη ζώνη, η οποία σχεδόν ταυτίζεται με το σημερινό του κέντρο. Το 1920 είχε 1.897 κατοίκους, ενώ μετά την έλευση και την εγκατάσταση προσφύγων από τη Μικρά Ασία έφτασε, το 1928, τους 6.882 κατοίκους.
«Μετά την Καταστροφή περάσαμε από άλλα μέρη Χίο, Σάμο και το ’23 κατασταλάξαμε στο Χαλάνδρι. Στο Χαλάνδρι βρήκαμε κι άλλους δικούς μας. Είχαν έρθει από τον πρώτο διωγμό του ’14. […] Μαζευτήκαμε όμως πολλοί, τα τρόφιμα δεν έφταναν και έδιδαν πολύ λίγα. Τότε σκεφτήκαμε να κάμομε σωματείο. Το σωματείο μας το λέγαμε «Παράρτημα Μικρασιατικού Κέντρου». Το Μικρασιατικό Κέντρο ήταν κάτω στην Αθήνα. Από κει μας έδωσαν σανίδες και κάμαμε καρέκλες».
Στην ακατοίκητη περιοχή με τους ελαιώνες και τα χωράφια που απλωνόταν προς τη λεωφόρο Κηφισίας δημιουργήθηκαν δύο μεγάλοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Στον πρώτο κατοικούσαν το 1926-1927 140-150 οικογένειες από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο. Είχαν εγκατασταθεί σε ξύλινα παραπήγματα και σκηνές δίπλα στο σταθμό του τραίνου που συνέδεε την Αθήνα με το Λαύριο. Στις μαρτυρίες που έχουν διασωθεί οι συνθήκες διαβίωσης χαρακτηρίζονται ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι πρόσφυγες έζησαν μέσα στα νερά και τις λάσπες χωρίς στοιχειώδεις παροχές και κανόνες υγιεινής περίπου για μια δεκαετία.
Στη δεκαετία του 1930 απαλλοτριώθηκαν εκτάσεις γης γύρω από τις όχθες της ρεματιάς και κτίστηκαν (1934-1936) 62 πέτρινα σπίτια με δύο δωμάτια το καθένα. Εκεί εγκαταστάθηκαν το 1936 70-80 οικογένειες προσφύγων, ενώ πολλοί εξακολουθούσαν να κατοικούν στις παράγκες του πρώτου συνοικισμού. Ο νέος συνοικισμός πήρε το όνομα της περιοχής που ήταν «Τζανεριές», αν και η τότε επίσημη ονομασία του ήταν «Προσφυγικός συνοικισμός της 4ηςΑυγούστου».
Οι συνθήκες ζωής ήταν ιδιαίτερα δύσκολες καθώς έλειπαν στοιχειώδεις ανέσεις. Η ύδρευση των κατοίκων γινόταν από ένα κοινοτικό πηγάδι, ενώ η σύνδεση με το ηλεκτρικό ρεύμα έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 50. Το χειμώνα η ρεματιά πλημμύριζε συχνά και οι γύρω δρόμοι γίνονταν αδιάβατοι. Το 1957 στεγάστηκαν ακόμη 37 οικογένειες σε κατοικίες που κατασκευάστηκαν με την επίβλεψη του κράτους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πρόσφυγες κατάφεραν να οργανώσουν τη ζωή τους. Ίδρυσαν δικό τους σύλλογο και αθλητικές ομάδες. Κέντρα διασκέδασης και καφενεία δεν υπήρχαν, μόνο ένα μικρό μπακάλικο για να προμηθεύονται τα απαραίτητα. Παρόλες όμως τις δυσκολίες και την οικονομική ανέχεια ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένες μεταξύ τους η συνοχή και η αλληλεγγύη καθώς διαμόρφωσαν μία κοινωνική ομάδα με κοινά κοινωνικά, οικονομικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Βενιζελικοί αρχικά, στρατεύθηκαν αργότερα στις γραμμές του ΕΑΜ και δημιούργησαν μικρούς οργανωμένους πυρήνες της Αριστεράς στις δεκαετίες που ακολούθησαν.
Η καθημερινότητά τους συντηρούσε στοιχεία από το ιδιαίτερο παρελθόν και την πολιτισμική τους παράδοση. Πολλοί μιλούν ακόμη για τα γλέντια τους που κρατούσαν δυο-τρεις μέρες και γίνονταν στους δρόμους με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων του Συνοικισμού. Πολλοί από τους πρόσφυγες είχαν ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική και ήταν ερασιτέχνες οργανοπαίκτες.
Οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες ήταν στο σύνολό τους χειρωνακτικές. Εργάζονταν ως καλλιεργητές στα κτήματα των παλαιότερων Χαλανδραίων, εργάτες, οικοδόμοι, λατόμοι στην Πεντέλη, φρεατωρύχοι, ποιμένες ή σφαγείς. Ορισμένοι κατάφεραν να ασχοληθούν με τεχνικά-βιοτεχνικά επαγγέλματα και να αποκτήσουν σιγά-σιγά δικά τους εργαστήρια και καταστήματα. Οι γυναίκες των προσφύγων ήταν ασπρορουχούδες, καπελούδες, κεντήστρες και έκαναν μεροκάματα σε διάφορα σπίτια του Χαλανδρίου.
Έτσι έζησαν σε ένα χώρο οριοθετημένο από το υπόλοιπο Χαλάνδρι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 50, οπότε ο Συνοικισμός έπαψε να είναι αμιγής προσφυγική περιοχή. Για αρκετά χρόνια όμως ο διαχωρισμός ανάμεσα στους «γηγενείς» και τους «πρόσφυγες», τους «ντόπιους» και τους «ξένους» δημιουργούσε προβλήματα και συγκρούσεις, όπως άλλωστε συνέβη σε αρκετές περιοχές που εγκαταστάθηκαν προσφυγικοί πληθυσμοί.
Η συνεχής εισροή κατοίκων και η οικοδόμηση του Χαλανδρίου έχει αλλοιώσει τη φυσιογνωμία της προσφυγικής περιοχής και έχει αφήσει ελάχιστα ίχνη του παρελθόντος στο χώρο. Οι γραπτές μαρτυρίες και οι πηγές που διασώζονται είναι ελάχιστες. Η πρώτη γενιά των προσφύγων έχει πια χαθεί. Οι αναμνήσεις των νεότερων συμπληρώνουν κάποια από τα κενά και αποδίδουν κάπως το κλίμα της εποχής. Η διάσωσή τους δεν μπορεί να έχει σήμερα ως αυτοσκοπό τη συντήρηση της μικρασιατικής μνήμης, μπορεί όμως να αποτελέσει μια απόπειρα για τη γνώση του παρελθόντος και πολύ περισσότερο να συμβάλει στην κατανόηση του προσφυγικού κόσμου και των δικών του ιδιαιτεροτήτων.
Ευδοκία Ολυμπίτου stasi.gr


Οι επιχειρήσεις στο Χαλάνδρι
Το Χαλάνδρι συνδυάζει την εμπορική του δύναμη με την κάλυψη των οικιστικών αναγκών, αλλά και την εργασιακή εξυπηρέτηση στελεχιακού δυναμικού και μικροεμπόρων. Ολόκληρη η ζώνη της Κηφισίας καλύπτεται από επαγγελματικά ακίνητα, κλινικές, δημόσιες και ιδιωτικές, ενώ σε ολόκληρη την είσοδο της πόλης (Λεωφόρος Εθνικής Αντιστάσεως) οικοδομούνται πολλές από τις πρεσβείες της χώρας. Ο εμπορικός πεζόδρομος του Χαλανδρίου καθίσταται ένας από τους πιο δημοφιλείς προορισμούς για ρούχα, παπούτσια και γενικώς ψώνια, τόσο για γυναίκες, όσο και για άνδρες. Η αγορά του Χαλανδρίου θεωρείται η σημαντικότερη στα βορειοανατολικά προάστεια.
πηγή : http://www.halandri.gr/
Επίσης :
για το Χαλάνδρι
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
στον ιστότοπο :




