Η εκκένωση χαρακτηρίστηκε «το θαύμα της Δουνκέρκης». Οπως διεμήνυσε όμως ο Τσόρτσιλ στη Βουλή, οι πόλεμοι δεν κερδίζονται με «εκκενώσεις». Είχε δίκιο. Η Γαλλία παραδόθηκε στις 17 Ιουνίου και ο Χίτλερ επρόκειτο σύντομα να στρέψει την ισχύ της Βέρμαχτ εναντίον της Βρετανίας.
Η επιχείρηση SEALION
Οι Γερμανοί έδωσαν στην επιχείρηση κατάληψης της Βρετανίας την κωδική ονομασία «SEALION». Αναμφίβολα, δεν ήταν εύκολο εγχείρημα. Πριν το αποτολμήσουν, θα έπρεπε να αποκτήσουν υπεροπλία στους αιθέρες πάνω από τα Στενά της Μάγχης και πάνω από τη νότια Αγγλία. Ο βρετανικός στρατός είχε αφήσει στη Δουνκέρκη το μεγαλύτερο μέρος του εξοπλισμού του - πυροβόλα, άρματα μάχης, κ.λπ. Εντούτοις, ο γερμανικός στρατός δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει απόβαση στη Βρετανία αν δεν καταστρεφόταν πρώτα το Βασιλικό Ναυτικό (ο μεγαλύτερος στόλος του κόσμου) και η Βασιλική Αεροπορία (RAF). Αλλιώς, τα δύο αυτά όπλα θα διέλυαν με ευκολία την πρόχειρη αρμάδα από αποβατικά που συγκέντρωσε ο Χίτλερ για να μεταφέρει τον στρατό του από τη Γαλλία στη Βρετανία. Το γερμανικό Ναυτικό ήταν πολύ μικρό για να αντιπαρατεθεί με το βρετανικό, ενώ είχε χάσει πολλά πλοία του, κατά τη διάρκεια της εισβολής στη Νορβηγία, τον Απρίλιο του 1940. Επομένως, η επιτυχία των χιτλερικών σχεδίων επαφίετο στη γερμανική πολεμική αεροπορία (Luftwaffe).
Οι πιλότοι του Βρετανικού Αρχηγείου Τακτικής Αεροπορίας (ΑΤΑ) συμβόλισαν την αποφασιστικότητα της Βρετανίας να μην παραδοθεί στον Ναζισμό. Οπως είπε και ο Τσώρτσιλ, ήταν «οι λίγοι» (και εκλεκτοί). Αυτοί οι λίγοι όμως δεν κέρδισαν μόνοι τους τη μάχη της Βρετανίας. Τα αεροσκάφη Hurricane και Spitfire ήταν απλώς η αιχμή του δόρατος στο πρώτο ενιαίο σύστημα αεράμυνας που εμφανίστηκε ποτέ στον κόσμο. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930, Βρετανοί επιστήμονες επινόησαν και κατασκεύασαν ένα σύστημα από σταθμούς ραντάρ κατά μήκος της νότιας και ανατολικής ακτογραμμής της Βρετανίας. Τα ραντάρ αυτά μπορούσαν να προειδοποιήσουν το Αρχηγείο για κάθε εχθρικό αεροσκάφος που πλησίαζε στον βρετανικό εναέριο χώρο. Μόλις διέσχιζαν το κανάλι, οι κινήσεις των Γερμανών παρακολουθούνταν από τους άνδρες του Βασιλικού Σώματος Παρατηρητών, οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με την εποπτεία των ουρανών με τα κιάλια τους. Οι Παρατηρητές και τα ραντάρ ήταν «διασυνδεδεμένοι» με μία σειρά από κέντρα ελέγχου, με τα οποία επικοινωνούσαν διαμέσου ασφαλών τηλεφωνικών γραμμών. Οι πληροφορίες που μετέδιδαν μεταφέρονταν σε ειδικούς χάρτες, οι οποίοι ενημερώνονταν έπειτα από κάθε κίνηση του εχθρού. Χάρη σε αυτό το σύστημα, το ΑΤΑ δεν χρειαζόταν να κρατάει συνεχώς σε πτήση τα αεροσκάφη του, ψάχνοντας μάταια για τα αντίπαλα μαχητικά. Αντιθέτως, οι Βρετανοί έκαναν σημαντική οικονομία στα περιορισμένα καύσιμα που διέθεταν. Οι ελεγκτές εδάφους ήξεραν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκονται οι εχθροί και έδιναν τις σχετικές οδηγίες στους πιλότους - υπερασπιστές των βρετανικών αιθέρων.
Λάθος εκτιμήσεις
Οι Γερμανοί δεν είχαν εκτιμήσει σωστά τη σημασία των σταθμών ραντάρ και ελάχιστες φορές επιτέθηκαν εναντίον τους, τον Αύγουστο του 1940. Ορισμένοι σταθμοί βγήκαν προσωρινά εκτός λειτουργίας εξαιτίας των βομβαρδισμών, αλλά γρήγορα επισκευάστηκαν.
Μεγαλύτερη ανησυχία όμως προκαλούσαν οι επιθέσεις των Γερμανών στην 11η Πτέρυγα Μάχης, η οποία είχε αναλάβει την άμυνα του Λονδίνου και της νότιας Αγγλίας. Μέχρι το τέλος Αυγούστου, ο διοικητής της πτέρυγας, αντιπτέραρχος Κιθ Παρκ, είχε αρχίσει να φοβάται ότι τα σμήνη του θα ηττηθούν. Τελικά σώθηκαν από τύχη και από τα γερμανικά λάθη. Στις 25 Αυγούστου, μια χούφτα βρετανικά αεροσκάφη βομβάρδισαν το Βερολίνο. Μολονότι προκάλεσαν ελαφρές μόνο ζημιές, ο Χίτλερ και ο Γκέρινγκ έγιναν έξαλλοι. Διέταξαν λοιπόν τη Luftwaffe να εξαπολύσει επιθέσεις στο Λονδίνο, σε αντίποινα του βομβαρδισμού του Βερολίνου. Το αποτέλεσμα ήταν, οι κάτοικοι της βρετανικής πρωτεύουσας, όπως η μητέρα μου, να υποφέρουν, αλλά τα σμήνη του Παρκ όχι μόνο δεν επηρεάσθηκαν, αλλά είχαν και την ευκαιρία να ανασάνουν.
Οι Γερμανοί πίστευαν ότι η RAF είχε απομείνει με 300 μαχητικά. Λίγες μαζικές επιθέσεις στο Λονδίνο θα την εξανάγκαζαν υποτίθεται να θέσει σε κίνδυνο και τις τελευταίες εφεδρείες της, κάμπτοντας ταυτόχρονα τη θέληση των Βρετανών να αντισταθούν. Ωστόσο, το ΑΤΑ διέθετε τα διπλάσια αεροσκάφη απ’ όσα υπολόγιζαν οι Γερμανοί. Στις 15 Σεπτεμβρίου μάλιστα, όταν η Luftwaffe εξαπέλυσε δριμεία επίθεση στο Λονδίνο, υπέστη καταστροφική ήττα. Ενώ νόμιζαν ότι βρίσκονταν κοντά στην τελική νίκη, οι Βρετανοί κατέρριψαν 60 αεροσκάφη τους σε μία ημέρα. Αυτό δεν ήταν το τέλος των επιθέσεων στο Λονδίνο. Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν, με όλο και μικρότερη συχνότητα όμως. Οι νυχτερινές επιθέσεις σε διάφορες βρετανικές πόλεις, που έμειναν γνωστές ως «Blitz», επίσης συνεχίστηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα 1940-41. Ηδη από τις 27 Σεπτεμβρίου όμως, ο Χίτλερ είχε αναβάλει επ’ αόριστον την επιχείρηση «SEALION». Η έκβαση της Μάχης της Βρετανίας δεν σήμαινε ότι η Βρετανία θα κέρδιζε απαραιτήτως τον πόλεμο. Σήμαινε όμως τουλάχιστον ότι δεν θα τον χάσει.
* O David French είναι ομότιμος καθηγητής ιστορίας στο University College London (UCL).
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΠΕΣΤΕ ΜΑΣ ΤΗ ΓΝΩΜΗ ΣΑΣ